φύσημα

φύσημα
τό
1) дуновение, веяние;

φύσημα του αέρα — веяние ветра;

2) раздувание;

φύσημα της φωτιάς — раздувание пламени;

3) мед. шум (в сердив);
хрипы (в лёгких);

§ παίρνω το φύσημα μου — или παίρνω φύσημα — а) быть изгнанным;

б) увольняться, освобождаться от занимаемой должности; в) переводить дыхание; г) ретироваться, поспешно удаляться

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "φύσημα" в других словарях:

  • φύσημα — that which is blown neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φύσημα — το, ΝΜΑ [φυσῶ] 1. το να φυσάει κάποιος, να βγάζει ρεύμα αέρα από το στόμα ή από τα ρουθούνια (α. «δυνατό φύσημα τής μύτης» β. «στέρνων δ ἄπο φύσημ ἀνεὶς δύσθνητον», Ευρ.) 2. το ρεύμα, η πνοή τού ανέμου (α. «το φύσημα δυνάμωσε μόλις στρίψαμε» β.… …   Dictionary of Greek

  • φύσημα — το, ατος 1. η δημιουργία ρεύματος αέρα, η παραγωγή αέρα, η πνοή ανέμου. 2. η εκτόξευση προς κάποια κατεύθυνση ρεύματος αέρα με φυσητήρα (βλ. λ.) ή με το στόμα ή με τα ρουθούνια, φυσηξιά, φυσηματιά. 3. (ιατρ.), χαρακτηριστικός παθολογικός ήχος που …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φύσημ' — φύσημα , φύσημα that which is blown neut nom/voc/acc sg φύ̱σημι , φυσάω blow pres ind act 1st sg φύ̱σημαι , φυσάω blow pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φυσημάτων — φύσημα that which is blown neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φυσήμασι — φύσημα that which is blown neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φυσήμασιν — φύσημα that which is blown neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φυσήματα — φύσημα that which is blown neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φυσήματι — φύσημα that which is blown neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φυσήματος — φύσημα that which is blown neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φυσώ — φυσῶ, άω, ΝΜΑ, και ιων. τ. φυσῶ, έω, Α [φῡσα] 1. παράγω, προξενώ αέρα 2. (για άνεμο) πνέω 3. (για πρόσ.) κατευθύνω ρεύμα αέρα προς μία κατεύθυνση με το στόμα ή με φυσερό 4. προσπαθώ να ανάψω ή να δυναμώσω τη φωτιά με φύσημα (α. «φύσα λίγο τη… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»